Δευτέρα, 14 Αυγούστου 2017

Θεοτόκε,εσύ...

Του Κωστή Παλαμά
(Από τη Φλογέρα του Βασιλιά Λόγος Όγδοος)

Μητέρα των ανέλπιδων κι όλου του κόσμου σκέπη,
κάτου από σε κ' οι ανέλπιδοι κι όλος ο κόσμος ίσοι!
Τέτοιος ο κόσμος έγινε μ' εσέ, τα πλούτια του όλα,
θησαυρούς δύναμης, χαράς και τέχνης και σοφίας,
όλα τ' αρνήθηκε για σε, και γίνηκε για σένα
κόσμος φτωχός από το νου, γυμνός από τη γνώση,
κι αστόχαστος και βάρβαρος και παραπεταμένος
στα πόδια σου καλόγερος, ασκητευτής μπροστά σου,
μαράζωμα όλη του η ζωή και ο νους του μοναστήρι.
Μπρος στην εικόνα σου γυρτός ο κόσμος, με το στόμα
τρεμουλιαστό, κρεμάμενο μόνο από τ' όνομά σου
κι από τη σκέπη σου, Κυρά, κι από τ' ανάβλεμμά σου,
μ' ένα τροπάρι μυστικό, με μια πνιχτή μουρμούρα,
δυο απέραντα κοντόλογα : Χαίρε, Χαριτωμένη!

Τρίτη, 8 Αυγούστου 2017

Μνήμη Αντώνη Σαμαράκη

(ΠΑΝΟΣ ΤΡΙΓΑΖΗΣ-enet)*

Στις 8 Αυγούστου 2003, ανάμεσα στις επετείους των ολοκαυτωμάτων της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι, έφυγε από τη ζωή ο μεγάλος συγγραφέας Αντώνης Σαμαράκης, που δεν έπαψε ούτε στιγμή να αγωνίζεται για την ειρήνη, την κοινωνική δικαιοσύνη και τη διεθνή αλληλεγγύη.
Συμμετείχε και σε αντίστοιχες κινήσεις, όπου είχα την τύχη να τον συναντήσω πολλές φορές και να τον γνωρίσω προσωπικά.
Παγκοίνως γνωστή ήταν η ιδιαίτερη ευαισθησία του Σαμαράκη για τα παιδιά και τα δικαιώματά τους, που είχε και επισήμως αναγνωριστεί με την ανακήρυξή του σε «Πρεσβευτή Καλής Θέλησης» της UNICEF.

Τετάρτη, 2 Αυγούστου 2017

«Ο γιος»

Νίκος Καζαντζάκης 
(Απόσπασμα από το μυθιστόρημα 
«Αναφορά στο Γκρέκο») 

 «Ο Αύγουστος ήταν για μένα, όταν ήμουν παιδί, κι είναι ακόμα, ο πιο αγαπημένος μου μήνας· αυτός φέρνει, μαθές*, τα σταφύλια και τα σύκα, τα πεπόνια, τα καρπούζια· τον ονομάτισα Άγιον Αύγουστο· αυτός ο προστάτης μου, έλεγα, σε αυτόν θα κάνω την προσευκή μου· όταν θέλω τίποτα, από αυτόν θα το ζητώ, κι αυτός θα το ζητήσει από το Θεό, κι ο Θεός θα μου το δώσει. 
Και μια φορά πήρα νερομπογιές και τον ζωγράφισα: Έμοιαζε πολύ του παππού μου του χωριάτη· τα ίδια κόκκινα μάγουλα, το ίδιο φαρδύ χαμόγελο, μα ήταν ξυπόλυτος μέσα σ' ένα πατητήρι και πατούσε σταφύλια, και τα πόδια του ως τα γόνατα κι ως πάνω στα μεριά τα 'χα ζωγραφίσει κόκκινα από το μούστο· κι είχα στεφανώσει το κεφάλι του με κληματόφυλλα. Όμως κάτι του 'λείπε· μα τι; Τον κοίταξα καλά καλά και του 'βαλα δυο κέρατα στο κεφάλι, ανάμεσα στα κληματόφυλλα, γιατί το μαντίλι που φορούσε ο παππούς μου έκανε δεξά και ζερβά δυο μεγάλους κόμπους σαν κέρατα.